Σε γνώρισα στη Λάρισα τότε που ασχήμυνε ο κόσμος…

Ήταν οι πρώτες μέρες που είχα μετακομίσει στη Λάρισα. Την λάτρευα, ήμουν ενθουσιασμένη που είχα περάσει σε εκείνη τη σχολή. Έψαχνα. Έψαχνα για δουλειά, φίλους, νοήματα και καμία ελπίδα που περίσσεψε σε κάποιον. Τίποτα. Πέτρες παντού, κτίρια και «άνθρωποι».

Κάθισα σε ένα παγκάκι, στην παραλία του Αγιοκάμπου, και άναψα ένα τσιγάρο. Βράδιαζε και ο κόσμος πηγαινοερχόταν πανικόβλητος. Οι περισσότεροι με γραβάτες, μόλις είχαν τελειώσει τη δουλειά, πολυάσχολοι. Όλοι βιαστικοί. Ούτε ένας να βρεθεί να θαυμάσει τη θάλασσα το βράδυ. Ψιχάλιζε.

Ένα χέρι με σκούντηξε και τινάχτηκα. «Όμορφη θέα.» Δεν θυμάμαι καλά τα γεγονότα από εκεί και πέρα, έχω αυτό το σύνδρομο βλέπεις που όταν κάτι μ’αρέσει πολύ αδυνατώ να το θυμηθώ καλά μετά από λίγη ώρα.

Νομίζω κάθισες δίπλα μου, συστηθήκαμε, -πώς να σε λέγανε άραγε;-, και καπνίσαμε παρέα μιλώντας για χίλια δυο θέματα. Λίγο πριν το ξημέρωμα είπαμε να χωριστούμε.

Νομίζω πάλι πως με φίλησες.

» Χάρηκα για τη γνωριμία…» ψιθύρησα.

» Τι ευτυχία να σε γνωρίζω τώρα που ασχημαίνει ο κόσμος.»
Δεν ήταν δική του η φράση, του Λουντέμη ήταν μα τι πειράζει; Την ξεστόμισε λες και του ανήκε.

Πέρασε λίγος καιρός και διαβάζω Λουντέμη σε ένα μπαλκόνι στον Αγιόκαμπο με θέα τη θάλασσα, ακούγοντας τον ήχο της κιθάρας σου. Τι ευτυχία να σε γνωρίζω τώρα που ασχήμυνε ο κόσμος.