Εγώ σε πόνεσα τελικά…

Θα ήθελα να είμαι κάπου εκεί, όταν θα βρεθεί εκείνη που θα σε πονέσει.

Θα κάθομαι εκεί, στη γωνιά του δωματίου που με είχες αφήσει και θα σας κοιτώ, ίσως καπνίζοντας ένα από τα τσιγάρα σου και θα γελάω. Θα γελάω τόσο που θα πονάνε τα πνευμόνια μου από την αποσυμπίεση, τα χέρια μου από το να σε δείχω κοροϊδευτικά και τα μάτια μου από την ξηρασία.

Πόσο αστείο θα είναι να σε βλέπω να κλαις, πόσο θα χαίρομαι.

Για σένα πρώτα από όλα που εντέλει αποκαλύπτεις ότι δεν γεννήθηκες χωρίς δράμι συναίσθημα και έπειτα για μένα, που επιτέλους το συναίσθημα που βλέπω στα μάτια σου θα΄ναι ο πόνος. Όμορφος, μαγικός, ονειρεμένος, κατάμαυρος πόνος.

Σαδισμός ίσως, εκδίκηση μπορεί. Όχι, το βρήκα. Ανάγκη, απλή ανάγκη. Πόση ανάγκη είχα να σε δω να παρακαλάς γονατιστός, να καρτερείς πάνω από το τηλέφωνο, να πέφτεις.

Τι ωραία, τι ευτυχία θα νιώσω. Θα τρέξω να βρω την κοπέλα, τη γυναίκα, το παιδί εκείνο τέλος πάντων που σε έκανε να νιώσεις. Θέλω να τη βρω και να την ευχαριστήσω, να τη γεμίσω φιλιά. Δεν με νοιάζει, όταν φύγω κλείδωσέ με απ’έξω. Και όσο και να χτυπώ μην ανοίγεις. Θα έχω βρει εκείνη, αρκεί.

Να νομίζω την είδα να μπαίνει σε εκείνο το σπίτι. Ανοίγω την πόρτα με το κλειδί μου, κοιτώ γύρω την ψάχνω. Μα πέφτω πάνω σε καθρέφτες, παντού εγώ. Δίνω μια και ραγίζουν όλοι μονομιάς. Ακόμη περισσότεροι εαυτοί μου.

Πως τόλμησα να με διαμελίσω έτσι; Πώς τόλμησα να είμαι εγώ εκείνη; Εγώ σε πόνεσα εντέλει…

Γυρίζω τρέχοντας. «Άνοιξέ μου, κατάλαβα!» φωνάζω για ώρα.

Πέρασαν δύο χρόνια και ακόμη περιμένω με τον καθρέφτη μου στο κατώφλι σου.