Μεσάνυχτα και κάτι

Δεν μου ταιριάζει η Λάρισα, ούτε εσύ

fs

Δεν ταιριάζαμε λέει, εμείς που ήμασταν η επιτομή του ταιριάσματος. Και συμφώνησα κι εγώ στα λόγια τους. Ναι μωρέ, δεν ταιριάζαμε, μην τυχόν και σπάσω την εικόνα μου, μη φανεί ότι κάνω πίσω και σιγά μην κάθομαι τόσες βδομάδες μετά να σε σκέφτομαι ακόμα ή ν’ αμφιβάλλω.

Προχώρησες κύριος, καλά έκανες, άλλωστε εγώ δεν το ‘πα; Εγώ δεν το απόφασισα; «Μπορείς να ενοχλείσαι που σε ξεπέρασε αλλά ως εκεί», μου ‘πε η άλλη προχτές κι έμεινα χωρίς ακροατές στην παράνοιά μου.

Με βόλεψε, δε λέω. Ουδείς θέλει ν’ ακούει μια διπολική να αναλογίζεται τις συνέπειες των αποφάσεών της κι εδώ που τα λέμε είναι πολύ άβολη η θέση τους να προσποιούνται τους ανεκτικούς, όταν πρέπει απλώς να κράξουν χωρίς να υπάρχει αύριο.

Κι εσύ ν’ αράζεις στον καναπέ και να τρως την κρέπα που έτρωγες μαζί μου με μια αγνώστου προελεύσεως και ταυτότητας. Γελάει με τις ανοησίες σου; Γουστάρει όντως; Τη βολεύει το ανάσκελά σου που πιάνει όλο το χώρο; Που συνήθιζα να ‘χω ένα χέρι μονίμως ακίνητο, αρκεί το άλλο ν’ ακουμπούσε εσένα.

Εσένα που τώρα «δεν κάνεις τέτοιες σκέψεις για εμάς». Μια ανθρώπινη επαφή έγινα. Κοινωνική, αρκούντως τυπική συνθήκη, ίσα ίσα για να συντηρηθούν τα savoir vivre που υπηρετείς. Μη σε πει και μαλάκα ο εαυτός σου, μη νιώσεις κι αναίσθητος. Σε νοιάζω άραγε καθόλου; Αλήθεια, θυμάσαι ακόμα πώς γελάω;

Δεν ταιριάζαμε λέει κι έμεινα να κοιτάω τον καπνό απ’ τα κυκλάκια του διπλανού μου. Μη στεναχωριέσαι, η ζωή κάνει κύκλους, είναι όλα για καλό, βγαίνουμε πιο δυνατοί από τις δοκιμασίες, αυτές οι κλασικές ανοησίες που λέμε όλοι με την ελπίδα να πάψει ο απέναντί μας το παραλήρημα της θλίψης, μπας και πούμε κάτι πιο ευχάριστο, να κάνουμε ένα «’γεια μας» , να σπάσει η μιζέρια, να μην παίξουμε κι απόψε τον ψυχολόγο.

Δεν ταιριάζαμε κι έγνεψα καταφατικά. Δεν μου ταιριάζει η Λάρισα, ούτε εσύ. Αφόρητη η πόλη  χωρίς εσένα. Όλα τα θυμήθηκα ένα ένα. Σαφώς και δεν ταιριάζαμε, εδώ το διακρίνουν αυτοί που μας ζήσανε δέκα λεπτά, εμείς πού στο καλό μπουρδουκλωθήκαμε και μας πήρε τόσο να το πάρουμε χαμπάρι;

Και καθώς όσο στο αυτοκίνητο ωσάν μια άλλη πρωταγωνίστρια από film noir άφηνα τα μαλλιά μου να ακουμπάνε οροφή απ’ τα ανοιχτά παράθυρα, συνειδητοποίησα ότι ουδόλως με νοιάζει αν τελικά ταιριάζαμε ή όχι.

Αρκούσε που μιλούσαμε χωρίς να μιλάμε. Αρκούσε που οι ώρες έτρεχαν νερό, που δε μας έφταναν τα 24ώρα. Αρκούσε το γέλιο μας. Αλήθεια, θυμάσαι ακόμα πώς γελάω; Γιατί εγώ με έχω (ξε)χάσει.

Η φωτογραφία είναι από το Instagram, @dim.pardalis

Στείλτε μας και τις δικές σας ιστορίες, με το όνομά σας στο viky@larisaevents.gr

mm
Βορειοελλαδίτισσα, φοιτήτρια και ανήσυχο πνεύμα που την ζωή μου ομορφαίνουν το γέλιο, ο χορός, η αρθρογραφία και τα ταξίδια.