Ladies, Μεσάνυχτα και κάτι

Όπως εκείνη τη νύχτα στο Φρούριο

received 1202487539810071 - Όπως εκείνη τη νύχτα στο Φρούριο

Και μια μέρα ξυπνάς και δεν νιώθεις. Αστείο δεν είναι; Εσύ που νόμιζες ότι θα ξέμενες από δάκρυα, μια μέρα ξυπνάς και απλώς δεν σε νοιάζει. Δεν σε νοιάζει αν υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο, δεν σε νοιάζει αν και κατά πόσο σε σκέφτεται, δεν σε νοιάζει ούτε που του έκλεψαν τη μηχανή του.

Αν τον πετύχεις στο Φρούριο να κάνει βόλτα μάλλον θα προσπεράσεις αδιάφορα μιλώντας στο τηλέφωνο ή ανάβοντας το τσιγάρο σου. Παρ’όλο που ήταν το αγαπημένο σας σημείο στην πόλη.

Και κοίτα, τι αστείο, σε σταματάει εκείνος, να σε ρωτήσει τι κάνεις, πώς είσαι, πώς πάει η σχολή, και, χα, και άλλο αστείο, τώρα σε κοιτάει αυτός με μάτια συγκινημένα από την ομορφιά σου.
Εσύ όμως το μόνο που του λες, και αυτό νωχελικά, είναι : Όλα καλά. Τα λέμε.

<<Ξανασυναντιόμαστε εδώ όπως την πρώτη φορά>> σου λέει.

Ναι. Εκεί σε είχε αφήσει να περιμένεις την πρώτη φορά.Δεν θα τα πείτε. Δεν θα τα πείτε γιατί σου πέρασε. Θα τον προσπεράσεις με ένα ευγενικό χαμόγελο, σκεπτόμενη αν έκλεισες το θερμοσίφωνο σπίτι, και εκείνος θα ψιθυρίζει το όνομα σου μέχρι να χαθείς από τη ματιά του. Η ιστορία που επαναλαμβάνεται μόνο που τώρα άλλαξαν οι ρόλοι.

Το ίδιο βράδυ θα σε πάρει τηλέφωνο.

<< Γιατί τα κάναμε έτσι;>> θα ρωτήσει με πόνο, μόνο που εσύ πια βαριέσαι ακόμη και να αναλύσεις ότι δεν τα κάνα-με αλλά τα έκαν-ες.
<<Γίνονται και αυτά, κάποτε έπρεπε να τελειώσει, παρατράβηξε άλλωστε. Καλή καρδιά.>> θα πεις και όντως τώρα πια δεν του κρατάς καμία κακία.
Εκείνος στην άλλη άκρη της γραμμής θα βουρκώσει, θα κλείσει το τηλέφωνο και θα καπνίσει όλο τοπακέτο που πήρε πριν δυο ώρες.
Εσύ θα βγεις και θα πετύχεις κάποιο φίλο του, που θα σου πει πόσο χάλια είναι, πόσο του λείπεις, πόσο σε ερωτεύτηκε.
Η απάντηση σου παντού η ίδια : Λυπάμαι…Άργησε.

Άργησε, πόσο ειλικρινής λέξη, πόσοι πολλοί αργούν στον έρωτα.
Γυρίζεις σπίτι και έρχεται στο μυαλό σου για λίγο, τα θλιμμένα μάτια, το στραβό χαμόγελο, οι περίεργες μουσικές του, οι βόλτες σας στους πλακόστρωτους δρόμους του φρουρίου, η φασαρία που δεν άντεχε.

Κι όμως όχι. Όντως άργησε. Αποφάσισες. Δεν θες κανένα που να δακρύζει χωρίς να στο λέει, να ψιθυρίζει το όνομα σου, να παθαίνει σιωπηλά εγκεφαλικά όταν σε βλέπει. Δεν θες κανένα που να σε παίρνει τηλέφωνο μια φορά και να μην ξαναπαίρνει. Δεν θες κάποιον που τα παρατάει. Και εκείνος όλο τα παρατούσε, όλο περίμενε, δεν δρούσε ποτέ, όλα σιωπηλά. Ως εδώ. Βαρέθηκες και τη σιωπή και τη μιζέρια και όλα. Θες φως πια, ένα φως όλο δικό σου, θες ήχο, φωνές, πράξεις. Φτάνει πια με τα μισόλογα. Φτάνει πια με τα μισά συναισθήματα και με τις μισές στιγμές.

Χτυπάει το τηλέφωνο, εκείνος.
– Πονάω… Θες να βρεθούμε αύριο; Στο ίδιο σημείο με την πρώτη φορά, στον ίδιο πεζόδρομο; Να αρχίσουμε πάλι;
– Λυπάμαι…Άργησες.

pillowfights.gr